Δίκη Μάτι: «Βρήκα τον πατέρα μου νεκρό να σκάβει το χώμα να κάνει λαγούμι να κρυφτεί» – Νέες σπαρακτικές καταθέσεις

Συγκλόνισε σήμερα (23/01) με την κατάθεση που έδωσε στη δίκη για το Μάτι, ο μάρτυρας Μιχαήλ Σκαραμαγκάς, ο οποίος έχασε και τους δυο γονείς του στη φονική πυρκαγιά και από τότε, όπως είπε, ούτε και εκείνος είναι καλά καθώς δεν μπορεί να ξεπεράσει όλα όσα βίωσε εκείνη την ημέρα.

Με δάκρυα στα μάτια ο μάρτυρας μίλησε για την απώλεια των ηλικιωμένων γονιών και εξέφρασε το παράπονό του για τη στάση που επιφύλαξε στα θύματα και τους συγγενείς τους η Πολιτεία.

«Έχασα τους γονείς μου, το σκυλί μου, το σπίτι και καταστράφηκε όλη η περιοχή. Και έχω μια αίσθηση μήπως φταίω κιόλας. Το δικό μας σπίτι δεν ήταν σε κανένα ρέμα, ηταν σε στενάκι. Οι γονείς μου ήταν δημότες εκεί. Εκεί μεγάλωσα. Δε φταίγανε. Μέχρι και για το τελευταίο κεραμιδάκι είχε φωνάξει μηχανικό και το είχε δηλώσει για να είναι σωστός πολίτης» είπε ο κ Σκαραμαγκάς για να προσθέσει: « Βρήκα τον πατέρα μου νεκρό να σκάβει το χώμα να κάνει λαγούμι να κρυφτεί. 200 μέτρα από τη Μαραθώνος ήταν το σπίτι μας. Δυο ημέρες μετά τους βρήκανε με τη μητέρα μου. …Όταν πήγα στο σπίτι να τους βρω είδα μια άλλη γυναίκα να καίγεται. Έπαθα σοκ. Πάνω στη Μαραθώνος δεν υπήρχε κλαδάκι καμένο, γιατί την κλείσανε; Είδα μετά τη γυναίκα να την έχουν σκεπάσει με τα σεντόνια. Ένα ύφασμα δεν είχε καεί και είχε μείνει στην άκρη. Κάτι τέτοια φόραγε και η μάνα μου σκέφτηκα. Κρύψανε πολλά έμαθα ότι τους σβήνανε με πυροσβεστήρα και όταν τους ανασύρανε μετά μένανε κόκκαλα. Ο πατέρας μου ήταν δυο μέτρα και η σακούλα που τον βάλανε πολύ μικρή, η άλλη ήταν άδεια…. Ακόμη εγώ δεν είμαι καλά, η ζωή μου καταστράφηκε».

Νωρίτερα, η μάρτυρας Ελένη Παπαποστόλου, περιέγραψε στο δικαστήριο πως έδεσε τη σορό του ιερέα πατέρα της με το ράσο του και άρχισε να κολυμπά μαζί με τη μητέρα της ώστε να καταφέρουν να βγουν στο λιμάνι της Ραφήνας. Η μάρτυρας αφού εξήγησε ότι επιχείρησε να φύγει με το γονείς της οδικώς από τη περιοχή αλλά δεν τα κατάφερε καθώς οι δρόμοι ήταν μποτιλιαρισμένοι, περιέγραψε πως κατάφεραν τελικά η ίδια και οι γονείς της να φτάσουν στη θάλασσα όπου έμειναν τέσσερις ώρες. Ανέφερε χαρακτηριστικά:

«Καθίσαμε σε ένα ύφαλο. Ο πατέρας μου ήταν ψύχραιμος, ήταν πάντα ένας βράχος. Λέγαμε δίπλα είναι το λιμάνι της Ραφήνας, δεν πανικοβληθήκαμε. Λέγαμε κάποιος θα έρθει. Οι καπνοί γίνονταν πιο έντονοι. Φωνάζαμε για βοήθεια αλλά τίποτα. Κάποια στιγμή άρχισαν να ακούγονται εκρήξεις, λες και ήσουν σε πεδίο μάχης. Μετά τα πάντα σκοτείνιασαν, δεν έβλεπε τη μύτη σου. Δε ξέραμε που βρισκόμασταν. Η θάλασσα αγρίεψε, μεγάλη θαλασσοταραχή. Πάρα πολύς αέρας, πάρα πολλά κύματα, πάρα πολύς καπνός. Φωνάζαμε βοήθεια, η μάνα μου ήταν με τον πατέρα μου γαντζωμένη. Ήμασταν στο έλεος. Δε χωριστήκαμε καταφέραμε και μείναμε εκεί και οι τρεις μας. Οι γονείς μου προσεύχονταν. Καθίσαμε περίπου μια ώρα από τότε που μπήκαμε στο νερό να παλεύουμε. Είδα τον πατέρα μου να κάνει εμετούς. Σήκωσε τα χέρια και ζήτησε συγχώρεση από το θεό, κατάλαβε. Ένας ρόγχος και μετά εξέπνευσε. Έκανα τη κίνηση να του κλείσω τα μάτια. Τον γυρίζω ανάποδα. Φορούσε το ράσο. Δένω το ράσο με τη μάνα μου και της λέω να κρατηθεί από εμένα, θα πηγαίναμε κόντρα στα κύματα. Πως βρήκε τη δύναμη; Μου είπε «συνέχισε». Δεν θα τον αφήναμε…».

ADVERTISEMENT

Η κυρία Παπαποστόλου είπε στο δικαστήριο πως δεν είχαν καμία βοήθεια από πουθενά και πως κολυμπούσε με μητέρα της από τη μια μεριά και τον νεκρό πατέρα της στη μέση. «Μαμά ένας νεκρός» είπε ένα παιδάκι δίπλα μας για τον πατέρα μου. Η μάνα μου έλεγε «παιδί μου άφησε μας, άφησε με να πάω με τον πατέρα σου». Κρύωνε. Της είπα «αν σε αφήσω θα πνιγώ»» τόνισε η μάρτυρας για να συνεχίσει: «Κάποια στιγμή είδαμε τα φώτα της Ραφήνας. (…). Φτάσαμε κοντά σε μια βάρκα. Να είναι καλά οι άνθρωποι αυτοί και έτσι μπόρεσαν κάποιοι να σωθούν. Η «Αγία Άννα» το καΐκι μας έσωσε. Εποχιακοί ψαράδες. Αυτά τα παιδιά μάζεψαν κόσμο από τη θάλασσα. Σηκώσανε το πατέρα μου του έκαναν τις πρώτες βοήθειες. Η μητέρα μου σπαρτάραγε, είχε σπασμούς. Μας έφεραν κουβέρτες και νερά. Φτάσαμε στο λιμάνι της Ραφήνας, μας πήραν το ονόματα μας, ο πατέρας μου ήταν τυλιγμένος σε μια κουβέρτα.

Ένας Αιγύπτιος έκανε την προσευχή του, σεβάστηκε το νεκρό. Δεν υπήρχε όμως κανείς να τον παραλάβει. Δεν μπορούσε να γίνει η παραλαβή, ο καπετάνιος ήθελε να φύγει κινδύνευαν και άλλοι. Κάποια στιγμή ήρθε ένα αγροτικό… Το κράτος που ήταν δεν ξέρω…. Δε μπόρεσα να αποχαιρετίσω τον πατέρα μου, να του πω αυτά που ήθελα, να τον χαϊδέψω. Τον κράτησαν πέντε – έξι ώρες, κάνανε πλειστηριασμό τα γραφεία τελετών. Ούτε σε ψυγείο, ούτε σε σάκο. Όλη την εβδομάδα περιμέναμε να μας πουν. Μια το πήγαιναν στο Σχιστό μια στο Γουδί. Πηγαινοφέρνανε και τις σορούς εκτός ψυγείου; «Δώστε τον μας να τον θάψουμε» τους λέγαμε. Μας απαντούσαν ότι χρειάζεται ταυτοποίηση. Μα εμείς τον παραδώσαμε. Ο αδελφός μου έδωσε dna. …. Εκείνη την ημέρα δεν δούλεψε τίποτα. Όλοι όσοι είχαν το συντονισμό δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους. Έχω εναποθέσει όλες μου τις ελπίδες στη κρίση σας».

Από την πλευρά η μάρτυρας Κασσιανή Πολίτου, είπε στην κατάθεσή της για την απώλεια της μητέρας της. «Έχουμε σπίτι στην περιοχή του Αγίου Ανδρέα, οι γονείς μου ήταν εκείνη την ημέρα εκείνη. Εγώ ήμουν στη δουλειά μου. Πάντα υπήρχαν πυροσβεστικά και σειρήνες. Υπήρχε το αίσθημα της εμπιστοσύνης ότι κάποιος είναι εκεί. Εκείνη την ημέρα αυτό δεν υπήρξε» τόνισε η κ. Πολίτου για να προσθέσει: «Οι γονείς μου δεν ήξεραν ότι εκείνη την ημέρα ήταν μόνοι τους. Και αυτό δυσχέρανε τη θέση τους. Γύρω στις 4:50 κάλεσαν την αδελφή μου ζητώντας βοήθεια. Τους είπε να φύγουν. Μπήκαν στο αυτοκίνητο αλλά η μητέρα μου δε πρόλαβε. Ο πατέρας μου 87 ετών μπήκε στο αμάξι και αυτό καίγονταν. Περπάτησε ένα χιλιόμετρο μόνος μέσα στις φωτιές. Έμεινε στη θάλασσα αρκετή ώρα. Ώρες μετά βρέθηκε στο «Σισμανόγλειο». Στις 11 το βράδυ το έμαθα. Στις 7 το απόγευμα έμαθα ότι η μητέρα μου ήταν αγνοούμενη. Δεν καταλαβαίνω πως έγινε όλο αυτό». Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης της μάρτυρα κατηγορούμενος της είπε: «Εγώ περισυνέλεξα τον πατέρα σας, να σας πω» και εκείνη του απάντησε: «Δεν θέλω να το συζητήσω».

Άλλη μάρτυρας η κ. Ιλόνα Σαρίεβα είπε για την απώλεια της μητέρας στη δίκη, ηλικίας 56 ετών: «Είχε πάει στο Κόκκινο λιμανάκι για μπάνιο. Δεν έμενε εκεί. Μια φίλη της είχε εξοχικό εκεί Πήρε το αμάξι για να φύγει αλλά δεν μπόρεσε. Το άφησε. Πήγε προς τη θάλασσα. Μια γειτόνισσα μου είπε ότι μας άφησαν να καούμε σαν τα ποντίκια».

Ακολούθως η μάρτυρας Μαρία Τσέκου και τα δυο της παιδιά αναφέρθηκαν στην απώλεια του συζύγου και πατέρα όταν ενώ αποφάσισαν να φύγουν από το Μάτι. «Ήμασταν στο σπίτι, είδαμε κάπνα από μακριά. Αποφασίσαμε να φύγουμε με το σύζυγό μου. Να συναντηθούμε στη Ραφήνα. Εγώ με την κόρη μας και πίσω μας έρχονταν ο σύζυγος. (…) Στη διαδρομή τον παίρναμε τηλέφωνο αλλά δεν απαντούσε….. Μάθαμε ότι τον πήγαν στον «Ευαγγελισμό». Είχε 85% εξωτερικά εγκαύματα και 25% εσωτερικά. Πήγαμε. Τι να σας πω τώρα; Ήταν καμένος. Μάθαμε από μια γειτόνισσα ότι είχε βοηθήσει έναν ανάπηρο γείτονα μας και τη γυναίκα του. 20 ημέρες νοσηλεύτηκε. Δεν μπορώ αυτή την ημέρα να τη ξεχάσω όσο ζω», είπε η σύζυγος του θύματος.

Τέλος, ο μάρτυρας Εμμανουήλ Πατελάρος, ο οποίος έχασε μητέρα του στο Μάτι, είπε: «Κατά τις 5 πήρα τη μητέρα μου και μου λέει γεμάτη αγωνία ότι «έχει πολύ καπνό και δε ξέρω τι να κάνω». Της είπα να κατέβει στο υπόγειο να κλείσει τα παράθυρα. Στις 6 ξαναπήρα δεν απαντούσε. …Θυμάμαι την είχα ρωτήσει αν ακούει κάτι, σειρήνες, ή περιπολικά. Όχι μου απάντησε. Ψάχναμε να τη βρούμε. Δώσαμε dna και ταυτοποιήθηκε. Η σορός της είχε βρεθεί απανθρακωμένη δυο δρόμους πιο πέρα».

Ακολουθήστε το Neoblogs.gr στο Google News

Written by ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΣΧΑΛΑΚΗ

Πάντοτε με τραβούσε η δημοσιογραφία. Είμαι απόφοιτη Ιδ.ΙΕΚ και απο την πρώτη στιγμή ξεκίνησα να γράφω πρώτα ως blogger και στην συνέχεια κάνοντας την πρακτική μου σε διάφορες ιστοσελίδες. Πλέον θεωρώ ότι είμαι κατασταλαγμένη και ξέρω ποια είναι η είδηση που ενδιαφέρει τον κόσμο. Μου αρέσει να ταξιδεύω και όποτε μπορώ το κάνω. Λατρεύω την χώρα μας και την φωτογραφία. Δεν υπάρχει περίπτωση να με δεις στην φύση και να μην έχω φωτογραφική μηχανή μαζί μου