ΕΙΔΗΣΕΙΣ: Κραυγή αγωνίας των κατοίκων υπό τον φόβο πύρινου εφιάλτη

Eντεκα και πλέον µήνες µετά την εθνική τραγωδία στην Ανατολική Αττική, θα ανέµενε κανείς ότι τουλάχιστον στις περιοχές όπου οι κάτοικοι ακόµη µετρούν τις πληγές τους τα µέτρα πρόληψης θα αποτελούσαν ύψιστη προτεραιότητα και µάλιστα πριν καν ξεκινήσει η αντιπυρική περίοδος.


Η αυτοψία του «Εθνους της Κυριακής» στους οικισµούς Ντράφι και ∆ιώνη, αλλά και στην πυρόπληκτη Κινέτα, ωστόσο, κατέδειξε ότι τόσο οι αρµόδιοι φορείς όσο και οι πολίτες δεν έχουν προχωρήσει στις στοιχειώδεις κινήσεις.

«Εδώ και έναν χρόνο φωνάζω ότι η ∆ιώνη είναι το νέο Μάτι. Η περιοχή είναι γεµάτη µε στοίβες από ξερά χόρτα και κλαδιά και ό,τι άλλο µπορεί να φανταστεί κανείς. Κάθε µέρα σηκώνοµαι το πρωί, βλέπω τις προβλέψεις και το µόνο που κάνω είναι να παίρνω το παιδί µου και να φεύγω από το σπίτι µου.

Κάθε φορά γυρνάω το βράδυ όταν ο αέρας έχει κοπάσει. Το περιµένω ότι θα γίνει το κακό» δηλώνει η Γιώτα Βλαχέα. Η ίδια κολυµπούσε επί επτά ώρες στη θάλασσα, όταν και τα δύο σπίτια της στο Μάτι τυλίχθηκαν στις φλόγες. Στην περιοχή της ∆ιώνης κατέφυγε ώστε να µην αλλάξουν περιβάλλον τα παιδιά της και εκεί νοικιάζει σπίτι από τον περασµένο Αύγουστο.

«Ζούσα για 20 ολόκληρα χρόνια στην περιοχή. Σε εκείνον τον πόλεµο που βιώσαµε δεν µπορούσαµε να δούµε µπροστά µας. Αν και µόνιµος κάτοικος τόσα χρόνια, δεν µπορούσα να βρω τη θάλασσα και ρωτούσα προς τα πού να πάω, όταν το σπίτι µου απείχε 60 µέτρα από το νερό.

Ηταν σαν να είχε έρθει η συντέλεια. Αναγκάστηκα να ρίξω από τον βράχο το παιδί µου και ένα κορίτσι που φιλοξενούσαµε για να σωθούν. Ηµασταν περιτριγυρισµένες από τις φλόγες και σε µια κίνηση απελπισίας, και ενώ τα µαλλιά µου καίγονταν, τα έριξα στον γκρεµό λέγοντας µέσα µου: “Καλύτερα πνιγµένα παρά να βρεθούν καµένα”» τονίζει περιγράφοντας τις δραµατικές στιγµές που έζησε.
«Δεν μας ειδοποίησε κανείς»

Οπως επισηµαίνει, η φονική πυρκαγιά στο Μάτι ήταν το σκληρότερο µάθηµα ζωής που έλαβε και οι µνήµες θα τη στοιχειώνουν για πάντα. «Εκείνο που θέλω να καταλάβει ο κόσµος είναι ότι φεύγαµε και το σπίτι µας καιγόταν. ∆εν το περιµέναµε. Η φωτιά ήταν µακριά και πολύς κόσµος κοιµόταν. ∆εν υπήρχε µια σειρήνα να µας ειδοποιήσει ή κάποιος αρµόδιος να κάνει κάτι. Εµείς στο Μάτι θεωρούσαµε τη Μαραθώνος αντιπυρική ζώνη και από εκεί που βλέπαµε καπνό, ξαφνικά τεράστιες φλόγες τύλιξαν το σπίτι µας.

Η φωτιά δεν ξέρεις ποτέ πώς θα εκδηλωθεί και ποια θα είναι η εξέλιξή της. Ως πολίτης οφείλεις, όµως, να έχεις πάρει κάποια µέτρα. Και τα δύο σπίτια µας κάηκαν γιατί ένας γείτονας δεν είχε καθαρίσει το οικόπεδό του. Στη ∆ιώνη πραγµατικά ζω µε τον φόβο. Πεύκα είναι ενωµένα µεταξύ τους, άλλα ακουµπάνε επάνω σε κολόνες της ∆ΕΗ, δεκάδες οικόπεδα δεν έχουν καθαριστεί. Ολα αυτά είναι σαν µια µπαρουταποθήκη. ∆υστυχώς υπάρχει πλήρης αδιαφορία και ελάχιστες οικογένειες ενδιαφέρονται. Νιώθω ανασφαλής και την ευθύνη δεν τη ρίχνω στον δήµο, αλλά στους κατοίκους και στους ιδιοκτήτες της περιοχής» σηµειώνει.

Ογκοι ξερόκλαδων πεταµένοι έξω από κάδους ή ακόµη και στον δρόµο, και εκτάσεις εκατοντάδων µέτρων που δεν έχουν καθαριστεί, είτε αυτές ανήκουν σε ιδιώτες είτε αποτελούν περιουσία του ∆ηµοσίου, συνθέτουν την εικόνα και στο Ντράφι. «Μετά τον εφιάλτη του 2018, οι κάτοικοι σήµερα στο ορεινό Πικέρµι ζούµε µε τον φόβο µιας νέας πυρκαγιάς.

Οι κλιµατικές αλλαγές προκαλούν ακραία καιρικά φαινόµενα, στην περίπτωσή µας τη συχνή εµφάνιση θυελλωδών ανέµων. Αυτό σε συνδυασµό µε την τεράστια ποσότητα ξηρής βιοµάζας, δηλαδή ξερών χόρτων, δηµιουργεί τις καλύτερες προϋποθέσεις για την εµφάνιση πυρκαγιών αλλά και την ταχύτατη εξάπλωσή τους. Θα περίµενε κανείς µετά τα δραµατικά γεγονότα στη Μάνδρα και στο Μάτι να ευαισθητοποιηθούν οι εµπλεκόµενους φορείς.

Είναι προφανές ότι είναι προτιµότερο να λάβουµε µέτρα αποτροπής και περιορισµού των πυρκαγιών από το να προσπαθούµε, µε αντίξοες συνήθως συνθήκες, να αποτρέψουµε τα χειρότερα» επισηµαίνει η Αθηνά Πρόγιου, δρ µηχανολόγος µηχανικός, φυσικός και περιβαλλοντολόγος, η οποία ζει στο Ντράφι. «Σε αυτήν την πρόληψη θα πρέπει να εστιάσουµε και στο πλαίσιο αυτής της πρόληψης το αυτονόητο πρώτο βήµα είναι ο καθαρισµός των ξερών χόρτων τόσο από τα πεζοδρόµια όσο και από τα χέρσα οικόπεδα.

Σε δεύτερο χρόνο προφανώς απαιτούνται περισσότερα µέτρα, όπως διαχείριση των δασικών οικοσυστηµάτων, συστήµατα έγκαιρης ειδοποίησης και πολλά άλλα. Είναι προφανές ότι χρειάζονται στρατηγική και σχεδιασµός αλλά και πόροι για να µπορέσουµε να προχωρήσουµε. Για την πρόληψη αυτή όµως απαιτούνται πάνω απ’ όλα πολιτική βούληση και συνεργασία των πολιτών και της πολιτείας µέσω δράσεων ευαισθητοποίησης και εθελοντισµού» καταλήγει.
Χόρτα μέσα στο δάσος

Θλιβερές είναι οι εικόνες που αποτύπωσε ο φωτογραφικός φακός του «Εθνους της Κυριακής» και στην περιοχή της Κινέτας. «Ολοι οι κάτοικοι αισθάνονται φόβο και τρόµο ως προς το ενδεχόµενο να εκδηλωθεί µια νέα πυρκαγιά, αντίστοιχη ή ακόµη µεγαλύτερη από αυτήν που αντιµετωπίσαµε πέρυσι. Εκείνο που µας ανησυχεί πολύ είναι το γεγονός ότι µέσα στο δάσος υπάρχει µεγάλος όγκος χόρτων που έχουν αναπτυχθεί πολύ και έχουν ξεραθεί. Λόγω των υψηλών θερµοκρασιών είναι εύκολο να πιάσουν φωτιά.

Υπάρχουν επίσης οικόπεδα, οι ιδιοκτήτες των οποίων δεν έχουν φροντίσει να τα καθαρίσουν παρότι βρίσκονται µέσα σε οικισµούς και αυτό αποτελεί απειλή για όλους, αφού µε ένα µικρό ατύχηµα µπορεί να εκδηλωθεί µια ανεξέλεγκτη πυρκαγιά. Η περσινή φωτιά κατέβηκε από το βουνό προς τη θάλασσα και κάηκαν τόσα σπίτια.

Αν, όµως, τώρα ξεσπάσει µια φωτιά εντός οικισµού και εντός σχεδίου πόλης, τότε θα καεί και η υπόλοιπη Κινέτα νέτα και φυσικά θα κινδυνεύσουν ζωές» υπογραµµίζει ο πρόεδρος της Οµοσπονδίας Συλλόγων Κινέτας, Πολύβιος Τσίρκας. Σύµφωνα µε τον ίδιο, ωστόσο, πολλοί έχουν αλλάξει µετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2018. «Πριν από λίγες ηµέρες εκδηλώθηκε και πάλι µια µικρή πυρκαγιά, πολύ κοντά στο σηµείο όπου ξέσπασε πέρυσι η µεγάλη φωτιά. Ολοι τρέξαµε να τη σβήσουµε και έτσι προλάβαµε τα χειρότερα» προσθέτει.

Πηγές της Αυτοδιοίκησης παραπέµπουν στη νοµοθεσία βάσει της οποίας οι ιδιοκτήτες είναι υποχρεωµένοι να καθαρίζουν τις περιουσίες τους και να ενηµερώνουν τους δήµους για τη µεταφορά της καύσιµης ύλης, εφόσον δεν διαθέτουν κάποιο άλλο µέσο. Τονίζουν, δε, ότι λόγω της οικονοµικής κρίσης πολλοί είναι εκείνοι που απλώς τα πετούν στους κάδους, καθώς δεν µπορούν να διαθέσουν το απαιτούµενο αντίτιµο.
Το γεγονός αυτό βάσει των ίδιων πηγών ενηµέρωσης οδηγεί σε ένα κυνήγι µαγισσών και στη δηµιουργία αντιπαραθέσεων µεταξύ των νοµοταγών πολιτών και όσων δεν συµµορφώνονται. Σε ό,τι αφορά το έργο των δήµων και της περιφέρειας αναφορικά µε τη συγκοµιδή των όγκων από ξερόχορτα, επισηµαίνουν ότι λόγω των µνηµονιακών επιταγών το προσωπικό καθαριότητας είναι υποστελεχωµένο και πως όποια επιπρόσθετη κίνηση πρόληψης βασίζεται στον εθελοντισµό και στην ιδιωτική πρωτοβουλία

Διαβάστε περισσότερα