Ανέκδοτο. Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά. Τρελό γέλιο.

Πηγαίνει κάποιος να επισκεφθεί ένα φίλο του από τα παλιά. Αγκαλιές, φιλιά. Να σου γνωρίσω και τη γυναίκα μου. Τι λες ρε, σε ζηλεύω, παντρεύτηκες…. Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβουν, έφτασε το βράδυ. Ο φίλος θέλησε να φύγει. – Δεν θα πας πουθενά. Θα κοιμηθείς μαζί μας! – Μα, αφού δεν έχετε χώρο.

– Μη το συζητάς. Έχουμε φάει μαζί ψωμί και αλάτι στον ύπνο θα τα χαλάσουμε. Για τον φίλο υπάρχει πάντα χώρος.

Έτσι έπεσαν και οι τρεις στο κρεβάτι. Πριν προλάβει να κοιμηθεί ο φιλοξενούμενος φίλος, νοιώθει ένα χέρι να του πιάνει το πουλί του. Βρε την αφιλότιμη γυναίκα, σκέφτεται. Δεν σέβεται ούτε τη φιλία, ούτε τίποτα.

Ένοιωσε πολύ άσχημα, ντράπηκε για το φίλο του. Όλη τη νύχτα έμεινε άυπνος και ακίνητος σας άγαλμα, με το χέρι να του κρατάει το πουλί.

Το πρωί ετοιμάστηκε, ήταν σε κακά χάλια, πάει να φύγει.
– Χάρηκα πολύ ρε φιλάρα που σε είδα, θα χαρώ πολύ να μας ξανάρθεις.

– Και εγώ χάρηκα…..
Τον παίρνει παράμερα και του ψιθυρίζει…..Άκου, θέλω να σου πω κάτι, που ίσως σε στεναχωρήσει, αλλά επειδή είσαι φίλος δεν μπορώ να το κρατήσω μυστικό.

– Τι έγινε, ρε;
– Να….πως να στο πω…η γυναίκα σου πρέπει να σε απατάει.

– Σοβαρά μιλάς; Και πως το κατάλαβες;
– Όλο το βράδυ μου έπιανε το πουλί μου…

– Αυτό ήτανε μωρέ; Γελάει αυτός. Όχι βρε φίλε, δεν ήταν η γυναίκα μου, εγώ ήμουνα!
– Εσύ!!! Και γιατί;

– Γιατί, είπαμε φίλοι – φίλοι, αλλά να έχουμε και το νου μας!

Διαβάστε περισσότερα